«Η ποίηση δεν είναι ο τρόπος να μιλήσουμε, αλλά ο καλύτερος τοίχος για να κρύψουμε το πρόσωπό μας»
(Μανόλης Αναγνωστάκης)
Για τον Παυλόπουλοη Ποίηση είναι ένα είδωλο άπιαστο: «Μια πόρτα ανοιχτή, για την οποία
αιώνες τώρα/φτιάχνονται ατέλειωτες αρμαθιές αντικλείδια».
Όπως καταλαβαίνουμε ο ποιητής ότανμπαίνει
από την πόρτα αυτή προσπαθεί να προσεγγίσει κάτι άπιαστο. Προσπαθεί μέσα από τα
συναισθήματα του, τις εικόνες και τις σκηνές της καθημερινής ζωής να δώσει ερμηνεία
για αυτά, να ανακαλύψει την απόλυτη
αλήθεια. Ο ποιητής φαντάζεται, ονειροπολεί, αγαπά, μισεί , κρύβεται. Ωστόσο, στο
τέλος συνειδητοποιεί πως δεν μπορεί να καταλάβει τι είναι η ποίηση. Τελικά
επιβεβαιώνεται πως η ποίηση είναι κάτι το άπιαστο και πως αυτή η πόρτα είναι
κλειστή. Οι προσπάθειες του είναι τα αντικλείδια της πόρτας, αντικλείδια που δε
θα μπορέσουν να την ανοίξουν ποτέ.
Σταυρούλα Στάθη Α5
Για τονΕλύτη : «……να γίνεσαι άνεμος για τον χαρταετό
και χαρταετός για τον άνεμο,ακομα και αν ουρανος δεν υπάρχει…..»
Τα λόγια αυτά του
Ελύτη θα συγκινούσαν τον καθένα, γιατί η ποίηση είναι ένα παράθυρο για να ξεφεύγεις
από τις δύσκολες στιγμές σου, ένα παράθυρο που για να το ανοίξεις πρέπεινα υπερβείς τα όρια σου, όπως λέει και ο
Ελύτης να γίνεις άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο ακόμα και
αν ουρανός δεν υπάρχει. Γιατί ακόμα και αν όλα γύρω σου καταστρέφονται εσύ
πρέπει να βρεις μια αχτίδα φωτός, όσο μικρή και αν είναι, γιατί πρέπει να
παλεύεις για το μέλλον σου, για το αύριο και ας μην έρθει ποτέ αυτό το αύριο
και ας υπήρξαν πολλά χθες που ήλπιζες ότι θα ‘ναι αυτό το αύριο. Η ποίηση σε
κάνει να ξεφεύγεις , να πετάς και να λάβεις αυτή τη δύναμη που χρειάζεσαι για
να προχωρήσεις με το κεφάλι ψηλά χωρίς να σκέφτεσαι τα άσχημα γεγονότα που
μπορεί να συμβαίνουν στη ζωή σου.
Αμάντα Νέζα, Α4
Για το Σαραντάρη:«Η ποίηση είναι
εκείνος ο εαυτός μας που δεν κοιμάται ποτέ»
Εκείνος ο εαυτός
μας που μένει πάντα ξύπνιος περιμένοντας εκείνο το κομμάτι μας, εκείνο το
άβουλο κομμάτι μας να κοιμηθεί για να μπορέσει να μιλήσει, να ακουστεί. Η
ποίηση είναι εκείνος ο εαυτός μας που δημιουργεί το άπιαστο. Που εκφράζει τον
πόνο, τη λύπη, τη θλίψη την αγάπη, το πάθος με λόγια δημιουργικά τέλεια. Είναι
εκείνος ο εαυτός μας που δεν φοβάται να εκφραστεί, όταν ο άλλος εαυτός μας
κοιμάται. Η ποίηση είναι το όνειρο ενός ονειροπόλου όταν είναι ξύπνιος.
Εβελίνα Παπούλια, Α4
Για το Λειβαδίτη: «Η ποίηση είναι ένα αίνιγμα από συνηθισμένα
λόγια»
Ο Λειβαδίτης
μιλάει για την ποίηση και δίνει τη δική του ερμηνεία για αυτή, λέγοντας πως
«είναι ένα αίνιγμα από συνηθισμένα λόγια». Πιστεύω πως ο Λειβαδίτης
εννοεί ότι διαβάζοντας ένα ποίημα που μπορεί να περιέχει τα πιο συνηθισμένα λόγια,
ή να έχει το πιο απλό θέμα και να αναφέρεται σε κάτι γνωστό και συνηθισμένο,
μπορεί κανείς να δει κάποια πράγματα τελείως διαφορετικά, να απορήσει και να
αναρωτηθεί για αυτά. Ο ποιητής μπορεί να κάνει και κάτι πολύ συνηθισμένο να
μοιάσει αινιγματικό, μαγικό, άπιαστο. Ο κάθε άνθρωπος βλέπει διαφορετικά ένα
ποίημα, το ερμηνεύει αλλιώς και βγάζει διαφορετικά συμπεράσματα πάνω σε αυτό.
Είναι απίστευτο το πώς ένα ποίημα με απλά και συνηθισμένα λόγια μπορεί να έχει
τόσες πολλές ερμηνείες και να αποτελεί ένα αίνιγμα για τους αναγνώστες, στο
οποίο βέβαια δεν υπάρχει σωστή ή λάθος απάντηση.
για πράγματα που ξαφνιάζουν κι ας γίνονται κάθε μέρα
για πράγματα που έλεγες δεν θα συμβούν ποτέ
και τώρα συμβαίνουν μπρος στα μάτια σου
γι´ άλλα που επαναλαμβάνονται μ´ελάχιστες παραλλαγές
για πράγματα που πουλιούνται μόλις πιάσουν
κατάλληλη τιμή
για πράγματα που σάπισαν με το πέρασμα του καιρού
ή που ήσαν σάπια απ ' την αρχή και δεν το έβλεπες
εκεί που απορείς για πράγματα που μπόρεσες να κάνεις
για πράγματα σοβαρά ή ανόητα που ρίσκαρες τη ζωή σου
για πράγματα σημαντικά που τα κατάλαβες αργότερα
για πράγματα που τα φοβήθηκες κι απέφυγες
ν´αναλάβεις
για πράγματα που τα προγραμμάτισες και δεν σου βγήκαν
γι´ άλλα που τα σχεδίασαν άλλοι και βγήκαν διαφορετικά
για πράγματα που σου έτυχαν χωρίς να τα περιμένεις
για πράγματα που μόνο τα ονειρεύτηκες
και κάποτε, μία στις χίλιες πραγματώθηκαν...
Εκεί απάνω σε βρίσκει η ποίηση.
Νίκος Εγγονόπουλος : Ποιητής και Μούσα
Τι είναι η Ποίηση
για τους ποιητές
Για το Νάσο Βαγενά: «Το ποίημα
είναι ένα νησί. Μπορείς να πας σ’ αυτό με πλοίο. Το ζήτημα είναι αν μπορείς να
πας κολυμπώντας»
Για τον Ελύτη: « Αυτό είναι στο
βάθος η ποίηση, η τέχνη να οδηγείσαι και να φτάνεις προς αυτό που σε
υπερβαίνει, να γίνεσαι άνεμος για τον χαρταετό και χαρταετός για τον άνεμο,
ακόμα κι όταν ουρανός δεν υπάρχει. Δεν παίζω με τα λόγια. Μιλώ για την κίνηση
που ανακαλύπτει κανείς να σημειώνεται μέσα στη στιγμή, όταν καταφέρνει να την
ανοίξει και να της δώσει διάρκεια». Αλλά και: «Η ποίηση είναι το άλλο πρόσωπο
της υπερηφάνειας».
«Ποτέ στ’
αλήθεια δεν το ’μαθα/ τι είναι τα ποιήματα./Είναι πληγώματα/ίν’ ομοιώματα/
φενάκη/ φρεναπάτη;/ Φρενάρισμα ίσως; /ταραχώδη κύματα; /τί είναι τα ποιήματα;/
Είν’ εκδορές απλά γδαρσίματα;/ είναι σκαψίματα;/ Είναι ιώδιο;/ Είναι φάρμακα;/
είναι γάζες επίδεσμοι/ παρηγόρια ή διαλείμματα;/ Πολλοί τα βαλσαμώνουν ως
μηνύματα./Εγώ τα λέω ενθύμια φρίκης».
«Η Ποίηση έχει τις
ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα», «Το χρυσό δίχτυ,/ όπου τα πράγματα
σπαρταρούν/ σαν ψάρια» και «Είναι πολλά παιδιά πολλών ανθρώπων τα λόγια μας».
Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, με
απόφασή της στις 17 Δεκεμβρίου 1999, ανακήρυξε την 25η Νοεμβρίου ως Διεθνή
Ημέρα για την Εξάλειψη της Βίας κατά των Γυναικών για να αναδείξει ένα
σημαντικό πρόβλημα με παγκόσμια διάσταση. Η Ημέρα αυτή είχε καθιερωθεί ήδη από
το 1981 από γυναικείες οργανώσεις, σε ανάμνηση της φρικτής δολοφονίας των τριών αδελφών Μιραμπάλ, πολιτικών αγωνιστριών από την Δομινικανή Δημοκρατία, με
διαταγή του δικτάτορα Τρουχίλο.
Στατιστικά Στοιχεία για την Ελλάδα
Η βία κατά των γυναικών είναι κυρίως
υπόθεση ενδοοικογενειακή, καθώς το 68% των γυναικών που υπέστησαν
κακοποίηση είναι έγγαμες.
Το 16% των γυναικών που απευθύνθηκαν στα
Συμβουλευτικά Κέντρα είναι αλλοδαπές.
Από το σύνολο των αλλοδαπών γυναικών -
θυμάτων ενδοοικογενειακής βίας, περίπου τέσσερις στις δέκα προέρχονται από
τα Βαλκάνια.
Η αντίληψη ότι η κακοποιημένη γυναίκα
είναι συνήθως χαμηλού μορφωτικού επιπέδου και εισοδήματος, δεν
επιβεβαιώνεται. 7 στις 10 γυναίκες - θύματα είναι δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης ή και ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης. Το ίδιο ισχύει και για
την οικονομική κατάσταση, καθώς 6 στις 10 γυναίκες που έχουν υποστεί
κακοποίηση βρίσκονται σε μέτρια ή καλή οικονομική κατάσταση.
Περισσότεροι από τους μισούς δράστες είναι
δευτεροβάθμιας ή ανώτερης και ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ ένας στους δέκα εκ
των δραστών είναι άνεργος.
Με αφορμή το
μάθημα της ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (A΄ Λυκείου) μιλήσαμε πρόσφατα για το θέμα της προίκας που
ίσχυε στη χώρα μας για πολλά χρόνια και επηρέασε σε σημαντικό βαθμό τη ζωή όχι
μόνο των γυναικών αλλά και ολόκληρης της οικογένειας. Αν και στην Ελλάδα έχει
καταργηθεί δια νόμου από το 1983, ωστόσο σε πολλές χώρες παρά τη νομοθετική απαγόρευση
που επίσης ισχύει, ο αναχρονιστικός αυτός θεσμός παραμένει σε πλήρη ισχύ με τη βοήθεια της
απέραντης φτώχειας.
Στο Μπαγκλαντές, για παράδειγμα, τόσο η πλειοψηφία των
Μουσουλμάνων όσο και η μειοψηφία των Ινδουιστών κατοίκων που συνωστίζονται
στην πάμπτωχη πυκνοκατοικημένη χώρα, ζητάνε ή δίνουν προίκα για να παντρευτεί
ένα κορίτσι, που συνήθως από την ηλικία των δέκατεσσάρων χρόνων αρχίζει να
παζαρεύεται. Η προίκα ακολουθεί τη νέα γυναίκα και αποτελεί όρο για να γίνει
αποδεκτή από την καινούρια οικογένειά της. Πολλές φορές οι απαιτήσεις είναι
μεγάλες και γι’ αυτό η προίκα δίνεται κατά δόσεις ακόμα και ύστερα από αρκετά
χρόνια γάμου, είτε με μετρητά είτε μερικές φορές με ολόκληρες γεωργικές
σοδειές. Αυτό είναι το λιγότερο. Γιατί η προίκα είναι συνδεμένη με την
απίστευτη ταπείνωση της γυναίκας στην κοινωνία της χώρας και τις τρομακτικές
κακοποιήσεις και δολοφονίες που γίνονται όταν δεν εκτελεστούν οι συμφωνίες ή
όταν προκύψουν νέες απαιτήσεις…..
Αφού «ταυτιστείτε» με την Αρετούσα να γράψετε ένα υποθετικό απόσπασμα από
τοημερολόγιό της αμέσως μετά τις
συμβουλές που της δίνει η Φροσύνη στο κελί όπου βρίσκεται κλεισμένη από τον
πατέρα της.
Εργασία της μαθήτριας Έλενας Φίτση, Α5
Αγαπημένο μου ημερολόγιο,
είμαι αρκετά
φοβισμένη και εξαντλημένη. Φοβάμαι για το τι θα συμβεί, φοβάμαι για τον
Ερωτόκριτο… Ίσως απλάνα φοβάμαι τον
εαυτό μου, δεν πρέπει να πάρω μια παρορμητική απόφαση ειδικά τώρα που είμαι
πιεσμένη από παντού. Άραγε πού να είναι τώρα, πώς να είναι; Άραγε να με
σκέφτεται και να του λείπω; Πάλεψα πολύ μέσα μου, προσπάθησα να ενδώσω στις
επιθυμίες του πατέρα μου αλλά δεν τα κατάφερα. Όταν με αγκάλιασε, η ψυχή μου
έμεινε σε αυτόν και τώρα παλεύω με τους δαίμονες της απουσίας του. Είναι
πολύσκληρό να είμαι μακριά του και να
βρίσκομαι εδώ μόνη και ανίκανη να τον αντικαταστήσω. Είναι τόσο άδικο να με
εμποδίζουν να γίνω ένα με αυτόν.
Αγαπημένο μου
ημερολόγιο πονάω, αλλά αυτό δεν έχει καμία αξία αν πονάει και αυτός. Δεν θέλω
να αναλογίζεται το βάρος των σκέψεών μου, δεν θέλω να σκέφτεται την θλίψη που
σχηματίζεται στο πρόσωπο μου. Τον αγαπάω και μου λείπει και την στιγμή που θα
με σώσει από αυτό το κρύο και υγρό δωμάτιο όλα θα γίνουν ανάμνηση. Μια παλιά
κακιά ανάμνηση. Πάλι μένω ξύπνια και υπήρξαν και πολλά ‘χθες’ που
ξημέρωσανβρίσκοντας με εμένα κοντά στο
μικρό παραθυράκι του κελιού μου. Ο λόγος ήταν πάντα ο ίδιος. Σκεφτόμουν αυτόν
και ευχόμουν να μην του ξημερώσει κάτι κακό. Ελπίζω μόνο μέσα από την δικιά μου
στάχτυ να έλαμψε αυτός, μόνο έτσι θα είμαι ζωντανή και εγώ… Τόσες πολλές
σκέψεις αλλά δεν ξέρω με τι τρόπο να τις εκφράσω. Επικρατεί ένα χάος μέσα μου
που ούτε μια λέξη δεν βρίσκω για να το περιγράψω. Γίνεται εξάλλου να εκφράσεις
το μέγεθος της φασαρίας, του πανικού, του πόνου; Απλά εμπιστεύτηκα την ψυχή και
την καρδιά μου σε κάποιον με την ελπίδα ότι θα με σώσει. Ό,τι και να κάνουν αγαπητό μου
ημερολόγιο η εικόνα του θα είναι πάντα αποτυπωμένη μέσα μου. Καμία δύναμη και
καμία αυθεντία δεν μπορεί να με κάνει να πιστέψω ότι υπάρχει πιο όμορφο
χαμόγελο από το δικό του, πιο όμορφα μάτια από τα δικά του- σε αυτά
αντικατοπτριζόταν η ψυχή του.
Η Φροσύνη
προσπαθεί να μου αλλάξει γνώμη, θεωρεί ότι είμαι αχάριστη που έχω την
δυνατότητα να παντρευτώ αλλά σε αντίθεση εγώ αρνούμαι όποιον μου στείλει ο
πατέρας μου. Μακάρι να με καταλάβαινε. Δεν μπορώ να δοθώ σε κάποιον άλλον για
να σωθώ από αυτόν τον εφιάλτη. Δεν είναι αυτό σωτηρία. Όλοι μου λένε να κοιτάξω
το μέλλον μου και να χαροποιήσω τον πατέρα μου. Το παρελθόν μου όμως, το παρόν
μου και το μέλλον μου είναι αυτός. Για πόσο ακόμα θα μείνω εδώ; Αυτός ο χώρος
είναι τόσο άβολος και σκοτεινός. Θα μπορούσα να πω ότι με τρομάζει. Η
ατμόσφαιρα αυτού του χώρου τόσο ασφυκτική. Δεν πρέπει να τα παρατήσω όμως. Θα
έρθει… θα έρθει έτσι δεν είναι;
Καληνύχτα
αγαπητό μου ημερολόγιο. Σε ευχαριστώ που για μια ακόμα φορά ήσουν εκεί για
εμένα. Ίσως μια μέρα να μιλήσω για εσένα στον έρωτά μου.
Εργασία1: εντοπίστε και διαβάστε την σκηνή της συνάντησης
του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, μετά το στίχο 500, μέρος Γ΄
Εργασία 2 : εντοπίστε και διαβάστε τη σκηνή της αναγνώρισης του Ερωτόκριτου και της Αρετούσας, μετά το στίχο 1070, μέρος Ε΄ (ύστερα από τη σκηνή ανάμεσα στην Αρετούσα και τη νένα στη φυλακή, που μελετήσαμε στο σχολικό βιβλίο)
Ερώτηση: να χαρακτηρίσετε τον Ερωτόκριτο και την Αρετούσα. Πιστεύετε ότι ανταποκρίνονται στα κοινωνικά στερεότυπα της εποχής τους ως προς το θέμα το γάμου;
Άλλη μια μουσική διασκευή του σπουδαίου έργου της
ΚΡΗΤΙΚΗΣ αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας
Μια συνεργασία σπουδαίων τραγουδιστών και μουσικών που αποδεικνύει πως η μουσική μονάχα να ενώσει μπορεί. Εποχές και γενιές. Ηλικίες και μουσικές προτιμήσεις. Με κοινό παρονομαστή την τέχνη και την παράδοση.
Και λίγα λόγια για τον ποιητή
O Βιτσέντζος Κορνάρος (26 Μαρτίου1553 – 1613 ή 1614) ήταν Κρητικός ποιητής. Θεωρείται ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους της κρητικής λογοτεχνίας, συγγραφέας του αφηγηματικού ποίηματος Ερωτόκριτος και πιθανώς του θρησκευτικού δράματος Η Θυσία του Αβραάμ.
Οι πιο ασφαλείς πληροφορίες για την καταγωγή του Κορνάρου είναι αυτές που δίνει ο ποιητής στο τέλος του έργου του: αναφέρει το όνομα Βιτσέντζος, το οικογενειακό όνομα Κορνάρος, τόπο γέννησης τη Σητεία και το Κάστρο (Ηράκλειο), όπου παντρεύτηκε:
Κ' εγώ δε θε να κουρφευτώ κι αγνώριστο να μ' έχου
μα θέλω να φανερωθώ, κι όλοι να με κατέχου Βιτσέντζος είν' ο ποιητής και στη γενιά Κορνάρος που να βρεθή ακριμάτιστος, σα θα τον πάρη ο Χάρος. Στη Στείαν εγεννήθηκε, στη Στείαν ενεθράφη, εκεί 'καμε κι εκόπιασεν ετούτα που σας γράφει. Στο Κάστρον επαντρέυτηκε σαν αρμηνεύγει η φύση, το τέλος του έχει να γενή όπου ο Θεός ορίσει[1]
Λέγει της ο Pωτόκριτος· "Ήκουσες τα μαντάτα, που ο Kύρης σου μ' εξόρισε σ' τση ξενιτιάς τη στράτα; K' εφάνη του κ' εσφάγηκεν ο-γι' αφορμή εδική μου, 1355 σαν ήμαθε την προξενιάν, που'κουσε του Γονή μου. K' έτοιας λογής εμάνισε, τόσο βαρύ του φάνη, κι ο Kύρης μου απ' την πρίκαν του λογιάζω ν' αποθάνει. Tέσσερεις μέρες μοναχάς μου'δωκε ν' ανιμένω, κι απόκει να ξενιτευτώ, πολλά μακρά να πηαίνω. 1360 Kαι πώς να σ' αποχωριστώ, και πώς να σου μακρύνω, και πώς να ζήσω δίχως σου στο χωρισμόν εκείνο; Eσίμωσε το τέλος μου, μάθεις το θες, Kερά μου, στα ξένα πως μ' εθάψασι, κ' εκεί'ν' τα κόκκαλά μου. Kατέχω το κι ο Kύρης σου γλήγορα σε παντρεύγει, 1365 Pηγόπουλο, Aφεντόπουλο, σαν είσαι συ, γυρεύγει. Kι ουδέ μπορείς ν' αντισταθείς, σα θέλουν οι Γονείς σου νικούν την-ε τη γνώμη σου, κι αλλάσσει η όρεξή σου.
"Mιά χάρη, Aφέντρα, σου ζητώ, κ' εκείνη θέλω μόνο, και μετά κείνη ολόχαρος τη ζήση μου τελειώνω. 1370 Tην ώρα που αρραβωνιαστείς, να βαραναστενάξεις, κι όντε σα νύφη στολιστείς, σαν παντρεμένη αλλάξεις, ν' αναδακρυώσεις και να πεις· "Pωτόκριτε καημένε, τά σου'ταξα λησμόνησα, τό'θελες πλιό δεν έναι."
Kι όντε σ' Aγάπη αλλού γαμπρού θες δώσεις την εξάσου, 1375 και νοικοκύρης να γενεί στα κάλλη τσ' ομορφιάς σου,
όντε με σπλάχνος σε φιλεί και σε περιλαμπάνει, θυμήσου ενός οπού για σε εβάλθη ν' αποθάνει.
Θυμήσου πως μ' επλήγωσες, κ' έχω Θανάτου πόνον, κι ουδέ ν' απλώσω μου'δωκες σκιάς το δακτύλι μόνον. 1380
Kαι κάθε μήνα μιά φορά μέσα στην κάμερά σου, λόγιασε τά'παθα για σε, να με πονεί η καρδιά σου.
Kαι πιάνε και τη σγουραφιάν, που'βρες στ' αρμάρι μέσα, και τα τραγούδια, που'λεγα, κι οπού πολλά σου αρέσα',
και διάβαζέ τα, θώρειε τα, κι αναθυμού κ' εμένα, 1385 που μ' εξορίσανε ο-για σε πολλά μακρά στα ξένα.
Kι όντε σου πουν κι απόθανα, λυπήσου με και κλάψε, και τα τραγούδια που'βγαλα, μες στη φωτιάν τα κάψε,
για να μην έχεις αφορμήν εις-ε καιρόν κιανένα, πλιό σου να τ' αναθυμηθείς, μα να'ν' λησμονημένα. 1390
"Παρακαλώ, θυμού καλά, ό,τι σου λέγω τώρα, κι ο-γλήγορα μισεύγω σου, κ' εβγαίνω από τη Xώρα.
Kι ας τάξω ο κακορίζικος, πως δε σ' είδα ποτέ μου, μα ένα κερί-ν αφτούμενον εκράτουν, κ' ήσβησέ μου.
Mα όπου κι αν πάγω, όπου βρεθώ, και τον καιρόν που ζήσω, 1395 τάσσω σου άλλη να μη δω, μουδέ ν' αναντρανίσω.
Kάλλιά'χω εσέ με Θάνατον, παρ' άλλη με ζωή μου, για σένα εγεννήθηκε στον Kόσμον το κορμί μου
ακολουθεί η ερμηνεία από τον αξέχαστο τραγουδιστή μας Νίκο Ξυλούρη
Το τραγούδι παραμένει αθάνατο και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Είναι υπέροχο το γεγονός ότι νεότεροι καλλιτέχνες "αγκαλιάζουν" τέτοια σπουδαία έργα και συμβάλλουν με την αμεσότητα και το ταλέντο τους στη διατήρηση και διαιώνισή τους. Ακολουθεί η ερμηνεία του ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ από τον αγαπημένο τραγουδιστή Γιάννη Χαρούλη...
Με αφορμή το έργο του Α. Λασκαράτου "Τα μυστήρια της Κεφαλονιάς (Η προίκα) που επεξεργαστήκαμε στην τάξη θα μπορούσαμε να δούμε τη βραβευμένη δραματική και ηθογραφική ταινία του γνωστού σκηνοθέτη Παντελή Βούλγαρη, παραγωγής 2004, Οι Νύφες.
Το θέμα της ταινίας είναι το ταξίδι 700 γυναικών, Ελληνίδων, Τουρκάλων, Ρωσίδων, από την Κωνσταντινούπολη προς τη Νέα Υόρκη, όπου θα συναντήσουν τους άντρες που πρόκειται να παντρευτούν, και ο έρωτας μεταξύ μίας από αυτές τις γυναίκες και ενός αμερικανού φωτογράφου
.
Η ταινία παρουσιάστηκε στο 45ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, όπου απέσπασε 10 Κρατικά Βραβεία Ποιότητας
Η πνευματική δημιουργία των
βαλκανικών χωρών, επηρεασμένη από την κοινή ιστορία (εμπόριο, γλώσσα,
κουλτούρα, κ.ά.), χαρακτηρίζεται συγχρόνως από τις ιδιομορφίες κάθε χώρας και
περιοχής. Αξιοσημείωτα είναι τα κοινά παραμύθια και δημοτικά τραγούδια που
υπάρχουν στην παράδοση όλων των χωρών. Ένα από αυτά είναι το τραγούδι που μιλά
για τη γυναίκα ή την αγαπημένη του πρωτομάστορα, που θυσιάζεται και θάβεται στα
θεμέλια μιας εκκλησίας ή ενός γεφυριού, προκειμένου να ολοκληρωθεί το έργο.
Άλλο παράδειγμα είναι το τραγούδι που αφηγείται την ιστορία μιας οικογένειας με
πολλούς γιους και μία κόρη. Όταν η μοναχοκόρη παντρεύεται σε ξένο τόπο,
επιδημία θανατώνει όλους τους γιους, και τότε η μάνα παρακαλεί έναν από τους
νεκρούς γιους της να φέρει πίσω την κόρη της. Ο γιος σηκώνεται από τον τάφο και
ξαναφέρνει την αγαπημένη κόρη στη μάνα.
Από την
ανθολογία βαλκανικής ποίησης Αίμος, Φίλοι του περιοδικού «ΑΝΤΙ», Αθήνα 2006
Η κόρη και τ’ αδέλφια της (Σερβία) Του Γιόβαν και της Γέλιτσα
Μάνα με τους εννιά τους γιους και με τη μια την κόρη
την κόρη τη μονάκριβη, την πολυαγαπημένη,
τους τάιζεν και τους πότιζεν, ώσπου να μεγαλώσουν.
Φτάσαν οι γιοι της για γαμπροί κι η κόρη της για νύφη,
κι ήρθαν να τη γυρέψουνε οι τρεις προξενητάδες.
Ο Στρατηγός κι ο Δέσποτας , από τους ξένους τόπους,
κι ο τρίτος ο προξενητής, ένας συγχωριανός τους.
Η μάνα λέει να παντρευτεί δικό τους συντοπίτη,
κι οι εννιά αδελφοί προκρίνουνε να πάει μακριά στα ξένα.
Στη Γέλιτσα, γλυκόλογα, της ζαχαρομιλούνε:
«Τράβ’ αδελφούλα στ’ ανοιχτά, στου Δέσποτα τα ξένα,
κι εμείς κοντά σου θα ‘μαστε του χρόνου κάθε μήνα,
κάθε βδομάδα του μηνός θα ‘ρχόμαστε κοντά σου.»
Κι υπάκουσεν τ’ αδέλφια της, τ’ αγαπημένα αδέλφια,
και πήγε και παντρεύτηκε, μακριά, στους ξένους τόπους.
Και μπήκε χρόνος δίσεκτος και μήνες οργισμένοι,
κι έπεσε το θανατικό, κι οι εννιά αδελφοί πεθάναν,
κι’ έμειν’ η μάνα μοναχή, σαν καλαμιά στον κάμπο,
για τρεις ολόκληρες χρονιές στηθοδερνόνταν μόνη.
Μακριά, στα ξένα, η Γέλιτσα έκλαιγε τον καημός της:
«Δεν είναι κρίμα κι άδικο, παράξενο μεγάλο;
Τί να ‘πραξα στ’ αδέλφια μου και πώς να τα ‘χω βλάψει,
που χρόνους τρεις στο σπίτι μου δεν ήρθαν να με δούνε;»
Κι οι συννυφάδες γύρα της πικρά της απαντούσαν:
«Ποιος ξέρει τί τους έκανες, κακούργα συννυφάδα,
το φταίξιμό σου θα ‘ν’βαρύ, θα ‘ναι πολύ το κρίμα,
που πια μήτε στα μάτια τους δεν θένε να σε δούνε.»
Τ’ ακούει και σκουζ’ η Γέλιτσα, πλαντάζει από το κλάμα,
το δάκρυ ανάβει το πρωί και το κρατεί ως τη νύχτα.
Της κόρης το παράπονο, Θεός ψηλά τ’ ακούει
κι έστειλε δυο αγγέλους του να την παρηγορήσουν.
«Στη γης θα κατεβείτε ευθύς, κάτου στο κοιμητήρι,
στο μνήμα θα τραβήξετε, του Γιόβαν το κατάσπρο,
του πιο μικρού της αδελφού, του κανακάρη Γιόβαν.
Εκείθε θα φυσήξετε με την αγία πνοή σας,
κι άλογο ζωντανέψτε του τού τάφου τα λιθάρια,
γλυκές ζυμώσεις λιχουδιές από το μαύρο χώμα,
δώρα καλά, δώρα λαμπρά κόψτε απ’ τα σάβανά του,
και φτιάξτε τον και σιάξτε τον να πάει στην αδελφή του.»
Φτάνουν ταχείς σαν αστραπή στο κοιμητήρι οι άγγελοι,
στον άσπρο τάφο τράβηξαν του κανακάρη Γιόβαν,
κι απ’ τα λιθάρια τ’ άτι του φκιάξαν να να καβαλήσει,
μ’ άγια πνοή που φύσηξαν τον Γιόβαν ζωντανέψαν,
γλυκές ζυμώσαν λιχουδιές από το μαύρο χώμα,
και δώρα καλοταίριαξαν από το σάβανό του,
να πάει στη Γέλιτσα τρανός, να τον καλοδεχτούνε.
Στράτα τη στράτα διάβηκε γοργά ο ξεψυχισμένος,
κι έφτασε και τον είδανε στου παλατιού τ’ αγνάντι,
στη Γέλιτσα μηνύσανε κι έτρεξε να τον εύρει,
στον δρόμον εκατέβηκεν να τον προϋπαντήσει,
κι ως σμίγει η λύπη τη χαρά, τα μάτια της δακρύζουν.
Σφιχτογλυκαγκαλιάζονται, στο μάγουλο φιλιούνται,
και του ξομολογήθηκε την πίκρα, τον καημό της.
«Νυφούλα σαν με δώσατε πολύ μακριά στα ξένα,
δεν τάξατε, αδέλφια μου, που ήμουν μικρή και μόνη,
κάθε βδομάδα του μηνός πως θά ‘ρχεστε κοντά μου;
Σήμερα κλείνουν χρόνοι τρεις, δεν ήρθατε ποτέ σας.»
Κι άλλαξε λόγια και καημό, κι απόσωσεν μιλώντας:
«Φοβούμαι σε, αδελφούλη μου, πού ‘χεις πολύ μαυρίσει,
μου μοιάζει από του Χάροντα να ‘χεις σε μένα φτάσει.»
Παίρνει φωνή, λαλεί φωνή, μιλά ο ξεψυχισμένος:
«Σώπα, αδελφή, ξορκίζω σε, στων ουρανών τον Κύρη!»
Που νά ‘ξερες τα βάσανα που μού ‘στειλεν η μοίρα,
μέχρι τα οχτώ τ’ αδέλφια μας να τα καλοπαντρέψω,
και τις οχτώ νυφούλες μας, όλες να τις φροντίσω,
κι αφού τους καλοπάντρεψα, τίποτε μην τους λείψει,
έχτισα με τα χέρια μου εννιά λευκά σπιτάκια.
Τώρα, αδελφούλα μου, νογάς, πού ‘χω πολύ μαυρίει.»
Τρεις μέρες πέρασαν μαζί, μες στο λευκό τρεις μέρες,
κι η Γέλιτσα όλο βιαζόταν μαζί να ταξιδέψουν,
και δώρα ετοίμασε ακριβά, όλο αρχοντιά και χάρη,
μεταξωτά πουκάμισα των αδελφών διαλέχνει,
και για τις νύφες της, χρυσές βέρες και δαχτυλίδια.
Μα ως έλεε να κινήσουνε, τη σταματούσ’ ο Γιόβαν:
«Μη φύγουμε, αδελφούλα μου, στο σπίτι μας να πάμε
εδώ πριν έρθουν να σε δουν και τ’ άλλα μας τ’ αδέλφια.»
Μα η Γέλιτσα δεν θέλησε τα λόγια του ν’ ακούσει,
τ’ αρχοντικά τα δώρα της μαζώνει για να φύγουν.
Και θέλοντας μην θέλοντας, ξεψυχισμένε Γιόβαν,
ακολουθάς την αδελφή που πάει στο σπιτικό σας.
Στο σπίτι ως κοντοζύγωναν, στην εκκλησιάν απ’ όξω,
μαύρη φωνή, τρόμου φωνή σέρνει ο ξεψυχισμένος:
«Περίμενε, αδελφούλα μου, στην εκκλησιά για να ‘μπω
γιατί σαν τον παντρέψαμε τον μεσιανό αδελφό μας,
το δαχτυλίδι μού ‘πεσε κι η αρραβώνα εχάθη,
χρυσάφι ατόφιο, διαλεχτό και πάω για να το ψάξω.»
Και μες στο μνήμα μπαίνοντας ο Γιόβαν αφανίστη.
Κι η Γέλιτσα καρτέραγεν στην εκκλησιάν απ’ όξω
και πρόσμενε τον αδελφό, τον πεθαμένο Γιόβαν.
Ώρα πολλήν καρτέραγεν, μπήκε να τον γυρέψει.
Στο κοιμητήρι είδεν εννιά και νιόσκαφτους τους τάφους,
και το μαντάτο το πικρό δαγκάει τα σωθικά της,
που ο Γιόβαν πάει στου Χάροντα, με τ’ άλλα της τ’ αδέρφια.
Ευθύς κι αμέσως κίνησε στο σπίτι της να φτάσει,
κι έφτασε μόνη κι έρημη στη θύρα την κλεισμένη,
κι ακούει κοράκους κρώζουνε, κοράκους και θρηνούνε
Κι ουδέ κοράκοι κρώζουνε, κοράκοι ουδέ θρηνούνε,
μόν’ είναι ο θρήνος ο γοερός της γερασμένης μάνας.
Κλειστά παραθυρόφυλλα, μανταλωμένη η θύρα
και μ’ άσπρη μίλησε λαλιάν απ’ τ’ άσπρο της λαρύγγι:
«Σήκω, μανούλα μου, άνοιξε, σήκω γλυκιά μου μάνα,
δεν είμαι ο πικροχάροντας, η θυγατέρα σου είμαι,
κι ήρθα κοντά σου, η Γέλιτσα, από τους ξένους τόπους.»
Κατέβηκεν η μάνα της, την πόρτα της ανοίγει
και ξέσπασαν και δόθηκαν στο δάκρυ το μεγάλο,
κι αφού σφιχταγκαλιάστηκαν με τα λευκά τους χέρια,
κι οι δυο στη γης επέσανε, κι οι δυο ξεψυχισμένες.
Μετάφραση από τα σερβικά Ηλίας Λάγιος και Ισμήνη Ραντούλοβιτς .............................................................................................................................................................................
Λαζάρ και Πετκάνα (Βουλγαρία)
Πού το ‘δαν και π’ ακούστηκε
γυναίκα να γεννάει
γιους τριδυμάρια τρεις φορές,
να κάμει εννιά αδέλφια,
εννιά αδέλφια τρίδυμα,
μια κόρη, την Πετκάνα.
Κι η μάνα όλα τα πάντρεψε
και νοικοκύρεψε τα
μόν’ η Πετκάνα έμεινε κι
ήρθαν να τη γυρέψουν,
για την Πετκάνα έρχονται,
δέκα χωριά απ’ αλάργα.
Μα την Πετκάνα η μάνα της
μακριά πολύ δε δίνει.
Μήτ’ η Πετκάνα θενα ‘ρθεί
μήτε θα πάει κι η μάνα.
Κι ο Λάζαρ ο τρανός της γιος
της μάνας του της λέγει:
—Για δώσ’ την μάνα, δώσ’ τηνα
κι είμαστε εννιά αδέλφια
κι αν μια φορά ο καθένας μας
σε πάει στην Πετκάνα,
εννιά φορές θε να τη δεις
κι εννιά φορές θα γίνει.
Κι η μάνα του τον άκουσε,
ταίριαξε την Πετκάνα.
Την Πέτκα νοικοκύρεψε
δέκα χωριά αλάργα.
Με γάμο και αν ήρθανε
να πάρουν την Πετκάνα,
κλαίγ’ η Πετκάνα, μύρεται,
δε στέργει να τη δώκουν
τι ‘ταν μακριά, πολύ μακριά,
δέκα χωριά αλάργα.
Σαν βγήκ’ η Πέτκα απ’ την αυλή
μαύρη πανούκλα μπήκε.
Τους σκότωνε, τους σκότωνε
η μαύρη η πανούκλα,
τα σκότωσε, τα ξέκανε
και τα εννιά αδέλφια
κι εννιά νυφάδες, όλες νιες—
αφήκ’ εννιά αγγόνια.
Σαν ήρθε ψυχοσάββατο
χύν’ το κρασί η μάνα,
χύν’ το κρασί στα μνήματα
κι όλους τους μνημονεύει,
στου Λάζαρου τα χώματα
κρασί δε χύν’ η μάνα,
δε χύν’ η μάνα το κρασί,
δέν τονε μνημονεύει,
βαριά πολύ η μάνα του
τον Λάζαρ καταριόταν:
-Να γκρεμιστείς, μπρε Λάζαρε,
η γης να μη σε στέργει
που την Πετκάνα μ’ έδωκες
και γνωριμιά δεν έχω,
μήτε να πάγω δύναμαι
μήτε κι η Πέτκα να ‘ρθε.
Κι ο Λάζαρ απ’ το μνήμα του
τον Θεό παρακαλούσε:
-Θέ μου, ακούς και βλέπεις πώς
η μάνα μ’ με γκρεμίζει;
Για δωσ’ μου, Θεέ μου, δώσε μου
χώμα – αλαφρό κορμάκι
κιβούρι – γρήγορο φαρί
κι αυτό το σταυρουλάκι
κάμε το κίτριον φλασκί
να πάγω στην Πετκάνα.
Να πάγω, Θέ μου, να τη βρώ
στη μάνα να τη φέρω,
τι μένα η μανούλα μου
πολύ με καταριέται.
Και το παράπονο ο Θεός
περίσσα επόνεσέ το.
Το ‘καμ’ ο Κύριος, το ‘καμε:
χώμα – αλαφρό κορμάκι
κιβούρι – γρήγορο φαρί
κι αυτό το σταυρουλάκι
το ‘καμε κίτρινο φλασκί
κι ο Λάζαρ σκώθη, πάει.
Τη θύρα όντος έκρουσε
σκώθη κι ανοίγ’ η Πέτκα
κι όντας η Πέτκα τον θωρεί
τον πιάνει απ’ το χέρι.
Το χέρι το ασπάζεται,
το χέρι του φιλάει.
Το χέρι μούχλα μύριζε
γη μαύρη, χωματίλα
κι η Πέτκα λέει του Λάζαρου:
-Αδέλφι μ’, μπάτε Λάζαρε,
μούχλα τί μου μυρίζεις;
Κι ο Λάζαρος με πονηριά
γελούσε την Πετκάνα:
-Πέτκα, Πετκάνα, αδελφή μ’,
απ’ την αυλή σαν βγήκες,
η μάνα μας ξεχώρισε
και χτίσαμε εννιά σπίτια.
Βαριά σανίδια σκώσαμε,
γι’ αυτό μυρίζει μούχλα.
Γι’ άιντε Πετκάνα, αδελφή μ’,
κι η μάνα είν’ στο στρώμα,
κάνε τηνε προφταίνουμε
καν’ όχι και πεθαίνει.
Κι η Πέτκα συγυρίστηκε
και πήρανε τη στράτα.
Πήγαιναν όπου πήγαιναν,
η Πέτκα λέει στον Λάζαρ:
-Λάζαρε, μπάτε Λάζαρε,
μούχλα τί μου μυρίζεις;
Μούχλα μυρίζεις, μαύρη γη,
κι είν’ το σαγιάκι σ’ σάπιο;
-Πέτκα, Πετκάνα, αδελφή μ’,
στη στράτα όπου μπήκα
δροσό του θέρου έπεσε,
μούσκεψε το σαγιάκι μ’,
το ρούχο δεν το στέγνωσα,
γι’ αυτό έχει σαπίσει.
Πήγαιναν όπου πήγαιναν,
περνούν πράσινο δάσος
κι ένα πουλάκι λάλησε:
—Θεούλη μ’, Κύριε Ύψιστε,
πού το ‘δαν και π’ ακούστηκε
να περπατεί αντάμα
ο ζωντανός ο άνθρωπος
με τον αποθαμένο!
Κι η Πέτκα λέει του Λάζαρου:
-Λάζαρε, μπάτε Λάζαρε,
τι ν’τούτο, αδέλφι Λάζαρε,
που το πουλί λαλούσε:
Που το ‘δαν και π’ ακούστηκε
να περπατεί αντάμα
ο ζωντανός ο άνθρωπος
με τον αποθαμένο!
Κι ο Λάζαρος της έλεγε:
-Περπάτα, αδελφούλα,
εδώ ειν’ δάσος πράσινο
πό’ ‘χει λογιών πουλάκια
π’ όλες τις γλώσσες τις μιλούν
και τις καταλαβαίνουν.
Πήγαιναν όπου πήγαιναν,
χωράφια θερισμένα,
μόν’ τα δικά τους κάθουνται.
Κι η Πέτκα λέει στον Λάζαρ:
-Λάζαρε, αδέλφι μ’, τα σπαρτά
όλα τους θερισμένα
και τα δικά σας κάθουνται;
Κι ο Λάζαρος της απαντά:
-Περπάτα, αδελφούλα μου,
κι εχτίσαμ’ εννιά σπίτια,
βαθιά κατώγια σκάψαμε,
χωράφια δεν θερίσαμ’.
Κεί που θενά ‘μπουν στο χωριό
Στην Πέτκα λέει ο Λάζαρ:
-Παν’, αδελφούλα, σπίτι μας
και σα ρωτήσ’ η μάνα
κόρη μου ποιος σε έφερε,
ευθύς να απαντήσεις:
Ο μπάτε Λάζαρ μ’ έφερε.
Κι αν δεις πως δε πιστεύει,
να, παρ’ την αρραβώνα μου,
το ασημοδαχτυλίδι,
τ’ αρραβωνοδαχτύλιδο
δώσ’ της το ασημένιο
που η μάνα μου τ’ αγόρασε
για τ’ αρραβώνιασμά μου.
Δώσ’ της το δαχτυλίδι μου
κι αυτή θα σε πιστέψει.
Εγώ θα πάω αδελφή μ’
ως τον ψηλό το λόφο,
σπαρτό μεγάλο που ‘χουμε
κι είν’ μισοθερισμένο.
Πήγ’ η Πετκάνα σπίτι τους,
κλαίγαν εννιά εγγόνια,
η μάνα της τα ‘σύχαζε
κι η Πέτκα τής φωνάζει:
—Σήκω, μανούλα, κι άνοιξε,
έλα μου, σήκω, μάνα.
Κι η μάνα της εχούγιαξε
‘πό μέσ’ από το σπίτι:
– Πανουκλα, δεν σου έφτανε
μπρε συ μαύρη πανούκλα,
πανούκλα που μου ξέκαμες
εννιά τρίδυμα αδέλφια
κι εννιά νυφάδες όλες νιές,
μον’ έρχεσαι ακόμα,
μπρε συ πανούκλα έρχεσαι
για εννιά μικρά αγγόνια;
Σήκω, μανούλα, κι άνοιξε,
έλα μου, σήκω μάνα,
δεν είμαι ‘γω, μανούλα μου,
η μαύρη η πανούκλα,
μον’ είμαι η θυγατέρα σου,
η κόρη σου η Πετκάνα.
Τότες η μάνα άνοιξε
Και στην Πετκάνα κρένει:
-Κόρη μου, ποιος να σ’ έφερε,
δεν σ’ είδαμ’ εννιά χρόνια.
-Ο μπάτε Λάζαρ μ’ έφερε.
Κι η μάνα της τής λέγει:
-Ψέματα, θυγατέρα μου,
λέγε σ’ όποιονε θέλεις,
τη μάνα σ’ όμως δεν μπορείς
με ψέματα να παίζεις.
Ο Λάζαρ το αδέλφι σου
παν’ τώρα εννιά τα χρόνια,
Πετκάνα, που τον ξέκαμε
η μαύρη η πανούκλα.
Κι η Πέτκα λέει στη μάνα της:
-Σα δε πιστεύεις, μάνα,
να, παρ’ την αρραβώνα του,
τ’ ασημοδαχτυλίδι,
τ’ αρραβωνοδαχτύλιδο,
που του ‘χεις αγοράσει.
Και η γριά μανούλα της
βλέπει το δαχτυλίδι,
και τότε την επίστεψε
την κόρη της Πετκάνα.
Κι οι δυο αντάμα κλαίγανε
ώσπου κι οι δυο απόθαναν.
Κωνσταντής και
Δοκίνα (Αλβανία) Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
σφάξαν βόδι στο χωριό,
πήγα πήρα μιαν οκά
το’ ριξα στον τέντζερη.
Βγήκα μέχρι την αυλή,
για να φέρω κούτσουρα,
να σου, ήρθε ένα στοιχειό
κι έπεσε στον τέντζερη
και φαρμάκωσε τους γιους μου,
εννιά γιους κι εννιά νυφάδες
κι εννιά με τα μωρά τους.
Μου αδειάσαν εννιά κούνιες,
μου καήκαν εννιά προίκες,
εννιά όπλα βουβαθήκαν.
Κωσταντή, κακό ν’ ακούσεις
που την πάντρεψες στα ξένα
τη Δοκίνα μας, αλάργα
πέρα από τρία βουνά.
Ανήμερα το Μέγα Πάσχα
η Δοκίνα χόρευε.
Ο Κωσταντής βγήκε απ’ τον τάφο,
άλογο του έγιν’ η πέτρα,
και το χώμα σέλα του,
τρέχοντας πάει στη Δοκίνα.
—Καλώς ήρθες, αδερφέ μου.
Αν μου ήρθες για καλό,
να ντυθώ σαν γερακίνα,
κι αν μου ήρθες για κακό,
να ντυθώ σαν καλογριά.
—Έλα, αδερφή, ως είσαι.
Στ’ άλογο την ανεβάζει,
τα πουλιά στο δρόμο λέγαν:
— Τσιλιβίου, βίου, βίου
τη Δοκίνα μας, αλάργα
ίσως να ‘ναι ο αγέρας.
—Είδατε; Δεν είδατε;
Περπατάει λευκή πουλάδα
η ζωντανή με τον νεκρό.
Φτάσανε στην εκκλησία:
—Πήγαινε εσύ, Δοκίνα,
εγώ πάω στο άγιο βήμα,
το ‘χω εκεί το σπίτι μου.
Πήγε χτύπησε την πόρτα:
—Ποιος να είναι που χτυπάει;
Μήπως μια κακιά γυναίκα,
μήπως η ίδια η χολέρα,
που μου πήρε τα παιδιά μου;
—Μάνα, άνοιξε την πόρτα,
η μοναχοκόρη σου είμαι.
—Και ποιος σ’ έφερε, Δοκίνα;
—Μ’ έφερε ο Κωνσταντίνος.
—Τι μου λες, ο Κωνσταντίνος,
τρία χρόνια μες στο χώμα
και δεν έλιωσε ακόμα;
Στο κατώφλι η μια κι η άλλη
σπάσαν σαν κρασιού φιάλη.
................................................................................................................................................................. Η υπόθεση του τραγουδιού, ωστόσο, ΄"ταξίδεψε" και πιο μακριά από τα όρια των Βαλκανίων...
αναφορά στην επιστροφή από τον πόλεμο ενός νεκρού καβαλάρη ώστε να πάρει μαζί του την αγαπημένη του)
"Για πες
μου, πες, αγάπη μου, πού έχεις το κονάκι;
Πού, πώς το κρεββατάκι;"
"Μακρυά!... μ' έξι σανίδια μεγάλα κι' άλλα δύο
Μικρά!... ήσυχο, κρύο!..."
"Είν' εκεί τόπος και για με;" "Για σένα και για μένα.
Ντύσου και ρίξου ευθύς!
Τους καλεσμένους 'κει θαυρής,
Που καρτερούν για σένα."
Η αγαπημένη λυγερή μ' ασπούδα ευθύς εντύθη
Και 'ς τα καπούλια εχύθη.
Ωσάν τα κρίνα κάτασπρα τα δυο της χέρι' απλόνει
Και αγκαλιαστά τον ζώνει.
Κ'εμπρός,εμπρός, φεύγουν, χωπ,χωπ! ο περασμός βροντάει,
Κ' εκεί που πιλαλούν,
Τ' άτι και αυτοί λεχομανούν,
Χώμα, φωτιά, ξεσπάει.
Πώς όλα εφεύγαν γύρω τους δεξιά, ζερβιά μεριά τους
Εμπρός 'ς τα βλέμματά τους!
Πώς ετρίζαν η γέφυραις, πώς φεύγαν τα λιβάδια,
Οι κάμποι και τα σιάδια!
"Ζήτω! Οι νεκροί τρέχουν γοργά! πώς λάμπει το φεγγάρι!
Σκιάζεσαι τους νεκρούς;"
"Όχι, όχι!... Αλλ' άφησ' τους νεκρούς!
Σου το ζητώ για χάρι."
'Aκου κοράκων σάλαγος και ψάλσιμο αντηχάει!
Κουδούνισμα βογγάει!
Λαλούν καμπάναις! νεκρικά ψάλλουν. "Βαθυά 'ς το χώμα
Ας θάψουμε το σώμα!"
Και μ' ένα νεκροκρέββατο λείψανο ιδού! πλησιάζει.
Το ψάλσιμον πολύ,
Με των καρλάκων τη φωνή,
Που ηχά 'ς τους βάλτους, 'μοιάζει.
"Έπειτ' απ' τα μεσάνυχτα θάψετ' εσείς το σώμα
Με μυρολόι 'ς το χώμα!
Τώρα τη νύφη μου τη νεια 'ς το σπίτι παίρνω. ελάτε!
'Σ το γάμο μας τρεχάτε!
Κόπιασε, ψάλτη, με πολλούς για να καλοναρχίσης
Με ψάλσιμο βραχνό!
Έλα, παπά, πριν πάμε οι δυο
'Σ την κλίνη, να ευλογήσης!"
Σιγούν καμπάναις... ψάλσιμο...! το νεκρικό κρεββάτι
Εχάθηκε. τρεχάτοι
Του καβαλλάρη τη φωνή μόλις αυτοί γροικήσαν,
Κατόπι τους χουμήσαν.
Και πάντα εμπρός, εμπρός, χωπ, χωπ! ο περασμός βροντάει,
Κ' εκεί που πιλαλούν,
Τ' άτι και αυτοί λεχομαχούν,
Χώμα, φωτιά, ξεσπάει.
Δεξιά, ζερβιά, φράχτες, βουνά και δάση, πώς περνούσαν,
Τι γλήγορα επετούσαν!
Δεξιά, ζερβιά, ζερβιά, δεξιά, χώραις, χωριά, πηγαίναν,
Σαν αστραπαίς διαβαίναν!
"Ζήτω! Οι νεκροί τρέχουν γοργά! πώς λάμπει το φεγγάρι!
Σκιάζεσαι τους νεκρούς;"
"Ήσυχους άφησ' τους νεκρούς,
Σου το ζητώ για χάρι!"
Και 'ς το βασανιστήριο, 'δες! πώς του τροχού τ' αξόνι
Χορεύοντας το ζώνει
Αέρινη στοιχειλογιά, που φεγγαροφωτίζεται
Και μόλις ξεχωρίζεται.
"Αι! σεις! ακολουθάτε μας! κατόπι μας τρεχάτε!
Του γάμου το χορό,
'Aμα 'ς την κλίνη πάμε οι δυο,
Να μας χορέψτ' ελάτε!"
Κι' όλο το πλήθος, χους, χους, χους! κατόπι του όλο πάει,
Με θόρυβο πηδάει,
Ωσάν τα φύλλα τα ξερά, σαν ρούφουλας περάση
Ανάμεσα 'ς τα δάση.
Κ' εμπρός, εμπρός φεύγουν, χωπ!χωπ! ο περασμός βροντάει
Κ' εκεί που πιλαλούν,
Τ' άτι και αυτοί λεχομανούν,
Χώμα, φωτιά, ξεσπάει.
Πώς όλ' η φύσι γύρω τους φεγγαροφωτισμένη
Πετώντας πώς διαβαίνει!
Τα ύψη επάνω πώς πετούν των ουρανών τα αιθέρια,
Μαζή μ' όλα τ' αστέρια!
"Ζήτω! Οι νεκροί τρέχουν γοργά! πώς λάμπει το φεγγάρι!
Σκιάζεσαι τους νεκρούς;"
"Ωιμέναν! 'Aφησ' τους νεκρούς!
Σου το ζητώ για χάρι!"
"Μαύρε! λαλεί, μου κάζεται, ο πετεινός... κ' η ώρα
Θε να περάση τώρα...
Σαν της αυγής μυρίζομαι, μαύρε, τ' αέρι... χύσου,
Γοργά, γοργά! γκρεμίσου!
Ο δρόμος μας ετέλειωσε κ' η κλίν' είν' ανοιγμένη,
Η κλίν' η νυφική!
Γλήγορα τρέχουν οι νεκροί!
Είμαστε και φτασμένοι."
Με σιδερένια κάγκελα ψηλή θύρ' αγναντεύει,
Κ' εκεί καβαλλικεύει
Μ' ορμήν ακράτητη. βιτσιά 'ς τα μάνταλα χτυπάει,
Κι' όλα μαζή τα σπάει.
Πετιώνται τα θυρόφυλλα και 'ς τα μνημούρια 'κείνοι
Ανάμεσα περνούν.
'Σ το φως οι τάφοι ασπρολογούν
Που το φεγγάρι χύνει.
Και τήρα εκεί! για τήρα εκεί! Τι φριχτό θάμμα εγίνη
Με μιας την ώρα εκείνη!
Του καβαλλάρ' η αρματωσιά, σαν ίσχνα χαλασμένη,
Πέφτει κομματιασμένη.
Γυμνό καύκαλο εγίνηκεν η κεφαλή του όλη,
Σκέλεθρο το κορμί.
Δρεπάνι 'ς τό 'να του κρατεί
Και 'ς τ' άλλο μαντζαρόλι.
Ψηλά τα πόδια σήκονε τ' άλογο, εν ω φυσούσε,
Και σπίθας επετούσε.
Και χούι! ξάφνου από κάτου της 'ς της γης τα μαύρα βάθη
Εβούλιαξε κ' εχάθη.
Ούρλιασμ' ακούεται από ψηλά, μέσα 'ς το λάκκο ηχάει
Κλάψιμο από βαθυά,
Και της Λεονώρας η καρδιά
'Σ τα λοίστια σπαρταράει.
Και να! 'ς το φως του φεγγαριού εχόρευαν τριγύρω
'Σ ένα μεγάλο γύρο,
Ουρλιάζοντας εχόρευαν αντάμα οι βρυκολάκοι
Μ' αυτό το τραγουδάκι.
"Με το Θεό μη ραθυμάς! κι' αν την καρδιά ραΐση
Η θλίψη, υπομονή!
Το σώμα χάνεις. την ψυχή
Θεός ας ελεήση!"
Το να καλείται ο νεκρός να βγει από τον τάφο για να βοηθήσει σε μια δύσκολη κατάσταση "ανακάλεμα" απαντάται με χαρακτηριστικό τρόπο στον σπουδαίο τραγικό ποιητή:
Αισχύλος, Πέρσες 628-680(μτφ. Ι. Γρυπάρης)
Σεβαστή βασίλισσα των Περσών
στέλνε λοιπόν και συ τις χοές σου στα βασίλεια του Άδη απ' τη γη κι εμείς θα ζητήσουμε με ύμνους να σταθούν βοηθοί μας. Μακάριοι εσείς θεοί του κάτω κόσμου ανεβάστε ξανά την ψυχή του στο φως γιατί αυτός, που ξέρει απ' όλους καλύτερα, μπορεί να βρει στα βάσανά μας γιατρικό, αυτός μόνο το τέλος μπορεί να μας πει. Άραγε με ακούει ο μακαρισμένος ο ισόθεος βασιλιάς που σε γλώσσα γνώριμη, περσική, τον φωνάζουν με κλάματα και μοιρολόγια και με θλιβερά ξεφωνητά; Όσο μπορώ ψηλότερα θα διαλαλήσω τη μαύρη συμφορά που μας βρήκε. Άραγε μ' ακούει βαθιά μες απ' τον τάφο του; Αλλά, εσύ, Γη, και σεις οι άλλοι άρχοντες των νεκρών, αφήστε από τα βασίλειά σας ν' ανεβεί στο φως η μακαρισμένη, περήφανη ψυχή ο Θεός των Περσών που γεννήθηκε στα Σούσα. Στείλτε τον επάνω αυτόν που όμοιό του ώς τώρα δεν έχει σκεπάσει το χώμα της Περσίας. Πόσο πολύ αγαπητός είναι ο άντρας, πόσο πολύ αγαπητός ο τάφος που σκεπάζει μια τόσο αγαπημένη ψυχή. Αιδωνέα, στείλε τον ν' ανεβεί σε μας στείλε τον έξω στο φως, Αιδωνέα, το Δαρείο, τον ασύγκριτο
βασιλιά μας. Γιατί εκείνος ποτέ δεν επήγαινε να καταστρέψει το στρατό του σε άδικες πολεμικές συγκρούσεις.
[πηγή: Ι. Γρυπάρης, Οι τραγωδίες του Αισχύλου, Εστία,
Αθήνα 1938]